' Αλεξία Δάρρα: ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΑΡΘΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΑΡΘΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

17 Φεβρουαρίου 2017

Τα λειτουργικά έκτροπα που συνδέονται με τα μνημόσυνα.

 Τελευταία τείνει να επικρατήσει μια συνήθεια ισοπεδώσεως της Παραδόσεως. Έτσι είθισται ορισμένοι από τούς πιστούς μας κατά τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων τους να μην προσκομίζουν στο ναό κόλλυβα αλλά αντί αυτών κουλουράκια, πίτες και διάφορα γλυκίσματα. Αντί του πρόσφορου να προσκομίζουν έτοιμα βιομηχανοποιημένα πρόσφορα. Αντί του προσφερομένου κόκκινου οίνου να προσκομίζουν λευκό οίνο. Αντί της πατερικής φιλανθρωπίας να εμφανίζεται μια τάση επιδείξεως και δωρεάς προ σωματεία και ιδρύματα όχι με σκοπό τη χριστιανική βοήθεια.
Στην ίδια σειρά τείνουν να ξεχασθούν και πολλές άλλες ακόμα παραδοσιακές συνήθειες, όπως: συνεχείς μνημονεύσεις των κεκοιμημένων κατά τις Θειες Λειτουργίες· ψυχωφέλιμες επισκέψεις στα κοιμητήρια αφ' ενός μεν για τη φιλοσόφιση του μυστηρίου του θανάτου και αφ' ετέρου δε για την κοινωνία μετά των κεκοιμημένων μας· προσφορά προσφόρων καθ’ όλη τη διάρκεια του εκκλησιαστικού έτους ιδιαιτέρως δε κατά τα ψυχοσάββατα· δωρεές και φιλανθρωπίες στα εκκλησιαστικά καθιδρύματα και τέλος τακτική τέλεση θείων Λειτουργιών, Τρισαγίων και προσευχών.

Συνηθίζεται σήμερα το κόλλυβο να ανατίθεται στα γραφεία μνημοσύνων και οι συγγενείς να εφησυχάζουν ότι εκτελούν το χρέος προς τον κεκοιμημένο τους. Οι ναοί, όταν τελούνται μνημόσυνα τείνουν να μοιάζουν με ανθόκηπους. Υπάρχει μια συνήθεια Δυτικής προελεύσεως να ωραιοποιείται ο θάνατος ή με οποιοδήποτε τρόπο να περνά απαρατήρητος από τους ζωντανούς ανθρώπους. Η συνήθεια αυτή των μεγάλων στολισμών πρέπει να περικοπεί και να επικρατήσει το πατερικό μέτρο.
Ειδικότερα, χρειάζεται μια επιστροφή στην παράδοση που συνίσταται στη γνώση των τελουμένων κατά τα μνημόσυνα καθώς και στην ωφέλεια που πρέπει κι επιβάλλεται να κομίζουν πρωτίστως οι μεν κεκοιμημένοι μας από αυτά, δευτερευόντος δε και οι επιτελούντες αυτά.
Στα παραπάνω πρέπει να τονίσουμε και τη σημασία της συμμετοχής των συγγενών των κεκοιμημένων στη Θεία Ευχαριστία, η οποία συνδέεται άρρηκτα με το μυστήριο της μετανοίας.
Δυστυχώς, συνηθίζεται σήμερα πολλοί από τους πιστούς μας όταν πρόκειται να τελέσουν το μνημόσυνο συγγενών τους, να μην προσέρχονται από νωρίς στο ναό, όπου τελείται το μνημόσυνο αλλά να παρίστανται την τελευταία στιγμή που θα διαβαστεί μόνο το δικό τους μνημόσυνο. Με αυτό τον τρόπο παραβλέπεται ένας βασικός παράγοντας που ορίζει ότι η τέλεση του μνημοσύνου συνδέεται άρρηκτα με την προσφορά της αναιμάκτου Ευχαριστίας υπέρ αναπαύσεως των κεκοιμημένων. Αυτό πάλι έχει σαν προϋπόθεση ότι το μνημόσυνο πρέπει να συνδυάζεται με προσευχή και προετοιμασία, για την κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, δηλαδή κοινωνία του Ποτηρίου μέσα στο όποιο συνευρίσκεται η αληθινή κοινωνία των ζώντων και των κεκοιμημένων εν ονόματι του εν Τριάδι θεού μας.
Όταν λοιπόν έχουμε μνημόσυνο, οφείλουμε κυρίως για τον κεκοιμημένο μας να βρισκόμαστε από νωρίς στο ναό, να προσευχόμαστε υπέρ αναπαύσεως του καθ'όλη τη διάρκεια του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας και οπωσδήποτε να συμμετέχουμε σ’αυτό.
Ακόμη και οι φίλοι και γενικότερα οι προσκεκλημένοι στα μνημόσυνα οφείλουν να καταθέσουν ως προσφορά την προσευχή τους, για την ανάπαυση του κεκοιμημένου φίλου τους. Σήμερα συνηθίζουν πολλοί να περιμένουν έξω από το ναό, μέχρι να φθάσει η ώρα να αρχίσει η ακολουθία του μνημόσυνου. Όταν δε αρχίσει το μνημόσυνο παρατηρείται ένας στιγμιαίος συνωστισμός, ποιος θα πρωτοβρεθεί πιο κοντά στο κόλλυβο και ιδιαιτέρως πιο κοντά στα συγγενικά πρόσωπα του κεκοιμημένου, για να δείξει ότι είναι συνεπής σ' αυτήν την εκδήλωση συμπαθείας, όπως είθισται τελευταίως να αποκαλείται το μνημόσυνο.
Όμως το μνημόσυνο έχει ως σκοπό τελέσεως του την προσφορά της προσευχής για την ανάπαυση του κεκοιμημένου. Εάν γίνεται κατά τον τρόπο πού παραπάνω περιγράψαμε μόνο δηλ. ως μια εκδήλωση κοινωνικού χρέους, τότε καμιά ωφέλεια δεν αποκομίζει ο κεκοιμημένος για τον όποιο και τελείται το μνημόσυνο και φυσικά ούτε και οι συμμετέχοντες ωφελούνται από αυτό.
Ένα ακόμη στοιχείο που πολλές φορές τείνει να γίνει συνήθεια εις βάρος της ωφελείας των μνημοσύνων είναι και οι αναξίως προσερχόμενοι στα άχραντα μυστήρια. Πολλοί εκ των συγγενών του κεκοιμημένου συμμετέχουν στα άχραντα μυστήρια μόνο για το θεαθήναι και για τα «μάτια του κόσμου». Τη συνήθεια αυτή τη στηλιτεύουν πολλοί από τους Αγίους Πατέρες της Εκκλησίας μας και υπάρχουν και ιεροί κανόνες που απαγορεύουν την χωρίς προετοιμασία Θεία Μετάληψη.
πηγή: από το blog της Ι.Μ. Βεροίας, Ναούσης & Καμπανίας

29 Ιανουαρίου 2017

Ο Χριστός γεννιέται για να του δώσουμε τις αμαρτίες μας!

Λίγο αργότερα από την εποχή του μεγάλου Κωνσταντίνου, ένας σπουδαίος άνθρωπος, ξεκίνη­σε από την Ρώμη και πήγε στη Βηθλεέμ. Έφτιαξε εκεί το κατάλυμά του και ζούσε δίπλα στο σπή­λαιο που γεννήθηκε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός.


Πρόκειται για τον περίφημο άγιο, τον σοφό άγιο Ιερώνυμο, αυτόν που μετέφρασε στα λατινικά όλη την Αγία Γραφή και έγραψε πολλά θαυμάσια βι­βλία, όλα για την δόξα του Χριστού και για την σωτηρία των ανθρώπων.
Κάθε τόσο, ο άγιος Ιερώνυμος πήγαινε και γονάτιζε μπροστά στο σπήλαιο που γεννήθηκε ο Χριστός και Τον παρακαλούσε και Τον ικέτευε για την αιώνια ζωή.
Μια μέρα, Χριστούγεννα, – το έχει γράψει ο ίδιος αυτό το γεγονός – ενώ προσευχόταν, βλέπει τον Χριστό μπροστά του να του λέει:
Ιερώνυμε, σήμερα είναι η γιορτή μου. Σή­μερα είναι η επέτειος της καθόδου μου στη γη, που γεννήθηκα στο σπήλαιο αυτό. Τί δώρο θα μου κάνεις;
Απαντάει ο άγιος:
Υιέ του Θεού, για Σένα άφησα την πρωτεύ­ουσα του κόσμου, την Ρώμη, και όλα τα πλούτη που είχα εκεί. Ήλθα εδώ και ζω φτωχός κοντά Σου. Τί δώρο θέλεις να σου κάνω; Τί έχω πια Χρι­στέ μου, να σου δώσω;
Κάτι έχεις ακόμη. Και θέλω να μου το δώ­σεις.
Χριστέ μου, είχα σοφία. Μόρφωση απέραντη. Την είχα αποκτήσει με τις μελέτες μου. Μα και αυτή την έκανα θυσία μπροστά Σου. Την θε­ώρησα σκόνη και στάχτη. Τώρα πια, ασχολούμαι μόνο με τον λόγο Σου. Τί άλλο να σου δώσω;
Κάτι έχεις ακόμη, Ιερώνυμε. Θέλω να μου δώσεις και από αυτό.
Χριστέ μου, είχα δυνάμεις σώματος και έχω δυνάμεις πνεύματος. Τα άφησα όλα στα πό­δια Σου. Δεν θυμάμαι να έχω τίποτε άλλο να Σου δώσω.
Και όμως, κάτι έχεις ακόμη.
Ποιό Χριστέ μου, πες το μου. Και αμέσως θα Σου το προσφέρω.
Του λέει ο Χριστός:
Τις αμαρτίες σου! Αυτές θέλω να μου τις δώσεις!
Χριστέ μου, τί να τις κάνεις τις αμαρτίες μου, το βόθρο της ψυχής μου; Τί τον θέλεις;
Να τον πάρω εγώ. Να φύγει από εσένα. Να σου τον συγχωρήσω. Και να μείνεις εσύ καθαρός, με την χάρη μου και με την αγάπη που έχεις για μένα.
* * *
Γι’ αυτό ήλθε ο Χριστός στον κόσμο.
Μας άπλωσε το χέρι, για να απλώσουμε και εμείς το δικό μας, και να Του βάλουμε στο χέρι τις αμαρτίες μας. Όχι με το χέρι μας, αλλά ΜΕ την καρδιά μας. Και ΑΠΟ την καρδιά μας.
Ήλθε λυ­τρωτής. Ελευθερωτής από την δουλεία της αμαρ­τίας και από τον κίνδυνο να βρεθούμε – εξ αιτίας του χωρισμού που φέρνει στον άνθρωπο η αμαρτία μακρυά από τον Θεό. Μακρυά από την Βασιλεία Του. Μακρυά από την αιώνια ζωή. Μακρυά και έξω από τον Παράδεισο. Να βρεθούμε στον σκουπιδοτενεκέ της αιώνιας ζωής, που είναι η Κόλαση.
Για να μη καταντήσουμε εκεί – γιατί εκεί πη­γαίναμε με τα στραβά βήματά μας – ήλθε ο Χρι­στός, ο Ελεήμων και Εύσπλαγχνος, κοντά μας.
Άφησε την τιμή Του, την υπόληψή Του, το μεγαλείο Του και ταπεινώθηκε και ήλθε στη γη, για μας. Για να μας πάρει κοντά Του. Γιατί ο Θεός μας, είναι αγάπη, καλωσύνη, ευσπλαγχνία. Δεν θέλει να χαθεί κανένας. Όποιος χάνεται, χάνεται μόνο από δική του υπαιτιότητα.
Ας Τον δοξολογήσουμε. Ας Τον ευχαριστή­σουμε. Ας Τον προσκυνήσουμε. Ας Τον τιμήσουμε. Και ας Του πούμε:
Κύριε Ιησού Χριστέ, όπως αξίωσες τους αποστόλους Σου να είναι κοντά Σου, όπως αξίωσες τον ληστή πάνω στο Σταυρό, να μπει μαζί Σου στην Βασιλεία Σου, όπως αξίωσες τόσα εκατομμύρια παιδιών Σου να τους πάρεις κοντά Σου και να τους ελε­ήσεις, αξίωσε και εμάς της αγάπης Σου, της ευσπλαγχνίας Σου, της συγχωρήσεώς Σου. Και κράτα μας κοντά Σου. Αμήν.
(+Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου, Ο Θεός επί γης,
Έκδ. Ι. Μ. Προφήτου Ηλιού, Πρέβεζα 2015, σ. 13-18)
πηγή: http://www.vimaorthodoxias.gr/theologikos-logos-diafora/o-christos-genniete-gia-na-tou-dosoume-tis-amarties-mas/

«Έχω εντολή από τον άγγελό μου να μην πω σε κανέναν τίποτα….»

Να σου πω κι ένα περιστατικό που μας συνέβη, όπου αν δεν είχε χάρισμα ο Γέροντας (Ιωσήφ ο Ησυχαστής), λίγο έλειψε να μας φάει (ο μισόκαλος) ένα καλογέρι μέσα από τα χέρια μας.

Εκεί στον Άη- Βασίλη κοινοβίασε σ΄εμάς ένας βλάχος ο «πάτερ Γιάννης» πολύ ευλαβής, αλλά απλός άνθρωπος. Για ένα διάστημα όμως σταμάτησε να λέει τους λογισμούς του στον Γέροντα. Τον φωνάζει ο Γέροντας:
«Δεν έχεις κανένα λογισμό να εξομολογηθείς;».
«Όχι, όχι πολύ καλά είμαι».
Εν τω μεταξύ στην προσευχή ο Γέροντας αισθανόταν μεγάλην ανησυχίαν για τον πάτερ Γιάννην. Μια φωνή τούλεγε ότι ο πάτερ Γιάννης δεν είναι καλά. Μου λέει λοιπόν ο Γέροντας:
«Φώναξε γρήγορα τον πάτερ Γιάννη». Τον φωνάζω.
Έρχεται και του λέει ο Γέροντας αυστηρά:
«Θέλω να μου εξομολογηθείς τους λογισμούς σου».
«Μα Γέροντα δεν έχω τίποτε…».
Ο Γέροντας τον στρίμωξε: «δεν θα φύγεις, αν δεν εξομολογηθείς».

Τότε αναγκάστηκε να αρχίσει και να λέει μασημένα:
Ευλόγησον Γέροντα αλλά έχω εντολή από τον άγγελό μου να μην πω σε κανέναν τίποτα. Να, με την ευχή σου αξιώθηκα τον τελευταίον καιρό και προσεύχομαι με τον άγγελό μου μαζί.
Αλλά αφού με ανάγκασες ευκαιρία είναι να σχωρεθούμε για ότι τυχόν σου έφταιξα, διότι συμφωνήσαμε αύριο βράδυ να κατεβούμε μαζί στον παπα-Ματθαίον, να κοινωνήσω και μετά θα κατέβη ο προφήτης Ηλίας να παραλάβει με πύρινο άρμα την ψυχή μου».

Μόλις τον άκουσε ο Γέροντας του δίνει έναν μπάτσον πάνε και τα άρματα παν κι οι αναβάτες.
«Βρε πλανεμένε – του λέει- σ΄έβαλε ο μισόκαλος στο χέρι να σε ρίξει από κανέναν κρημνόν να πας εις την κόλασιν κι εσύ δεν μιλάς;».
«Μα Γέροντα είναι δυνατόν;».
«Περίμενε και θα δης αν είναι δυνατόν».

Το ίδιο βράδυ, την ώρα που είχε την επίσκεψη του «αγγέλου» να σου και του φανερώνεται – αυτήν την φορά όμως όχι μετασχηματισμένος σε άγγελον – αλλά πραγματικός ο πονηρός με κέρατα και του λέει αγριεμένα:
«Δεν σου είπα παλιοκαλόγερε να μην πεις το μυστικό μας στον Γέροντα;
Αχ και φθηνά μου την γλύτωσες. Εγώ καλά το κατάστρωσα να σε γκρεμίσω.
Μόλις άκουσε ο πάτερ Γιάννης έφριξε. Έτρεξε αμέσως στον Γέροντα και έπεσε στα πόδια του και τον ευγνωμονούσε.
πηγή: http://www.vimaorthodoxias.gr/dididaxes-gerontos-iosif/echo-entoli-apo-ton-angelo-mou-na-min-po-se-kanenan-tipota/

Παυσίπονα ψυχής…

Του π.Δημητρίου Θεοφίλου

Η κοινωνία μας σε όλες τις εκδοχές της έχει μετατρέψει, την οικογένεια, το σχολείο, τη πολιτεία, τη  θρησκεία, από διδακτήρια του «είναι», σε χώρους του «φαίνεσθαι» και του «απαιτείν», οι άνθρωποι τού τώρα απαιτούμε ανεπίγνωστα, καταναλώνουμε αχόρταστα, και όλο αυτό το τσουνάμι εγωκεντρικής αυτοϊκανοποίησης προκαλεί πόνο, πόνο ψυχής και ύπαρξης, που κανένας από τους προαναφερθέντες χώρους δεν μπορεί να χαρίσει πλέον ανάπαυση και λυτρωμό.

Έτσι ο τωρινός άνθρωπος καταφεύγει σε ποικίλες «μεθαδόνες»,  ως υποκατάστατα νοήματος ζωής, ως βάλσαμο στο πόνο, ο σημερινός άνθρωπος αναζητεί με αγωνία παυσίπονα ψυχής, για να την ναρκωθεί, να κουκουλώσει το πρόβλημα, το οποίο λόγω έλλειψης διαχειριστικής αντιμετώπισης, θα το έχει πάλι μπροστά του με μεγαλύτερη σφοδρότητα. Καταφεύγει στις εξαρτησιογόνες ουσίες, στο αλκοόλ, στις εφήμερες χρηστικές σωματικές σχέσεις, σε ποικίλους ψυχαναγκασμούς προκειμένου να μην αντιμετωπίσει  πρόσωπο με πρόσωπο το alter ego  του, με εντιμότητα και αλήθεια. Πλείστες φορές αναζητεί παρηγοριά με λάθος τρόπους.

Τα παυσίπονα ψυχής στα οποία συνήθως καταφεύγει, του χαρίζουν ένα παροδικό μούδιασμα του πόνου, σαν αυτό που αισθανόμαστε πρόσκαιρα όταν έχουμε έντονο πονόδοντο και κάνουμε «μπουκώματα» με ούζο, έτσι προς στιγμήν καλύπτεται απατηλά  το σύμπτωμα, αλλά το αίτιο συνεχίζει να δρα ανενόχλητο.

Οι ανθρώπινες ψυχές μπούχτισαν τα παυσίπονα, περιορισμένης χρονικής διάρκειας, και αναζητούν άγγιγμα, ζεστασιά και θαλπωρή για να ανοιχτούν, να εμπιστευτούν και να αναπαυθούν, ένα άγγιγμα που μόνο ο Χριστός και η σωστική εκκλησία του χαρίζουν, δεν εννοείται  φυσικά αυτή  η εμπορική αυτό-δικαιωτική βεβαιότητα ως αντιφατική ψευδαίσθηση, που καθημερινά σκοντάφτουμε πάνω της, και η οποία παριστάνει δήθεν  την εκκλησία, μέσα στα λούσα, τις μεγάλες αδάπανες φαμφάρες και τις εικονικές σχέσεις.

Η  αληθινή αυτή χριστόπνοη και χριστογεννημένη εκκλησία, υπάρχει σαν γνήσιος κρίκος διαδοχής, εκείνης της πρώτης καταφρονημένης από τον κόσμο και περιορισμένης σε αριθμό, επαναστατικής πραγματικότητας των 3 πρώτων αιώνων, των διωγμών και του μαρτυρίου, της ομολογίας και της θυσίας. Η «καρδιά» της συνεχίζει να χτυπάει  σε ταπεινούς χώρους και πρόσωπα, φανέρωσης του μυστηρίου της σταυροαναστάσιμης θυσιαστικής αγάπης, μακριά από μεγαλοσχήμονες του «αιώνος τούτου του απατεώνος»,  σε «καταφρονεμένες» υπάρξεις, απλών ανθρώπων, με χαμόγελο και ζεστή καρδιά που όποιον αγγίζουν τον γαληνεύει, σε απλούς καλόγερους και καλόγραιες, που ενώ βρίσκονται τοπικά μακριά από τον κόσμο, τροπικά έχουν ένα αχόρταγα φιλάνθρωπο «νοιάξιμο», για τη σωτηρία του κόσμου, μέσα στην ευρύχωρη  και αρχοντική καρδιά τους.

Η οντολογική αυτή εκκλησία στην αντίπερα όχθης της αυταπάτης και της φαινομενολογίας,  ζει χαρισματικά και συνεχίζει να υπάρχει όσο και να μην διακρίνεται εύκολα και ανέξοδα, με ηχηρούς χτύπους καρδιάς, κοντά και μέσα στις ψυχές και τα βλέμματα, το χαμόγελο και την απλότητα, καθημερινών παπάδων (παραφθορά του μπαμπάδων), που αγροικούνε, κάνοντας «αλύπητο κουπί» αγόγγυστα,  όλοι αυτοί που δεν νοιάζονται για «πόστα», για «γρόσια» και για «φήμη», όλοι εκείνοι που τους  αρκεί το άγγιγμα Εκείνου, που όλους και όλα τα κάνει «χαρά» τους.

Σε επισκόπους πρόσωπα φανέρωσης της χάρης Του, ανάπαυσης του πόνου, ανοιχτές αγκαλιές που σε πείσμα των συγκυριών και των εκπτωτικών συμβιβασμών, παραμένουν πατέρες, ποιμένες και θεραπευτές των αδελφών και παιδιών, που τους εμπιστεύτηκε ο Χριστός στο ωμόφορο και το πετραχήλι τους (και τα δυο αυτά, αποτελούν σημειολογικούς συμβολισμούς της επισκοπικής διακονίας, ενώ κάποια άλλα, παραμένουν το όνειδός και η αιδώς όσων επιμένουν να τα χρησιμοποιούν, δίχως να έχουν παρατηρήσει ποτέ! προσεκτικά… την αμφίεση των ιεραρχών, στις κόγχες των ιερών θυσιαστηρίων, όταν «ξαφνιάζονται» από την «ένδοξη λαμπρότητα» κάποιων ανεπίγνωστων «διαδόχων» τους).

Αν αναζητήσουμε μια τέτοια εκκλησία αν θυμηθούμε και συνεχίσουμε στα χνάρια μιας τέτοιας φιλάνθρωπης θεολογίας και θεούμενης ανθρωπολογίας, αν επιτέλους συνειδητοποιήσουμε, ότι δεν είμαστε ζώα χοϊκά, αλλά ζώα θεούμενα (κατά Π. Νέλα), τότε ίσως ξαναβρούμε το χαμένο μίτο της ζωής μας που θα μας οδηγήσει στη «κοινωνική» συνάντηση προσώπων στη συσχέτιση υπάρξεων στο πανηγύρι επιστροφής στη γη της επαγγελίας, μια πραγματικότητα που αισθητοποιείται σε κάθε ευχαριστιακή σύναξη άσχετα αν οι περισσότεροι είμαστε «τουρίστες» και «θεατές». Τότε ίσως να διαπιστώσουμε πως μπορούμε και αξίζουμε να ζήσουμε όχι δίχως πόνο, αλλά μέσα σε αγκαλιές ο ένας του άλλου και όλοι στου Θεού – Πατέρα, γιατί όταν μοιράζεται ο πόνος, δεν θα έχουμε ανάγκη από τα απατηλά παυσίπονα ψυχής για να μπορούμε να υπάρχουμε, ανεξάρτητοι και ελεύθεροι.
πηγή: http://www.vimaorthodoxias.gr/theologikos-logos-diafora/pafsipona-psichis/

Ο γεροπόρνος που ήταν άγιος

Μία από τις ωραιότερες ιστορίες του Λαυσαικού περιγράφει το βίο ενός μοναχού, που αφού εγκατέλειψε το μοναστήρι, δούλευε σαν φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Και όπως από κάθε λιμάνι, ούτε απ’ αυτό έλειπαν οι πόρνες. Ο «μοναχός» δούλευε όλη την ημέρα, και το βράδυ ξόδευε όλα όσα κέρδιζε, «αγοράζοντας» την συντροφιά μιάς πόρνης για όλη τη νύχτα.

Ήταν η ντροπή των χριστιανών της πόλης, ήταν το σκάνδαλο της Εκκλησίας. Τα χρόνια περναγαν και παρά τις εκκλήσεις και τις συστάσεις, αυτός συνέχιζε την αμαρτωλή του ζωή. Κάποτε, όπως σε όλους μας, ο θάνατος ήρθε σαν λύτρωση, σαν φάρμακο που θα τον έσωζε από τις αμαρτίες που δεν σταμάτησε να κάνει ακόμη και λίγο πριν πεθάνει. Και πως να τον αφήσουν χωρίς ταφή για χριστιανό; Οι παπάδες της πόλης τον πήραν να τον κηδέψουν και μαζί του να θάψουν το σκάνδαλο. Το νέο μαθεύτηκε: Ο «γεροπόρνος» μοναχός πέθανε. Ποιος άραγε θα πήγαινε στην εκκλησία να τον αποχαιρετήσει;
Η εκκλησία στην κηδεία του γέμισε από γυναίκες της Αλεξάνδρειας, τίμιες γυναίκες, χριστιανές, που ήρθαν να τον αποχαιρετήσουν, μα όχι σαν έναν οποιοδήποτε νεκρό, σαν άγιο! Κάποιος γνώρισε σε κάποια από αυτές το πρόσωπο μιάς πόρνης, που είχε καιρό να δεί στο λιμάνι… δεν ήταν όμως, όπως την θυμόταν. Κάποιες άλλες, απλά τους θυμίζαν κάτι απόμακρο.
Τότε η πόλη έμαθε πως ο «γεροπόρνος» μοναχός ήταν ένας άγιος, που με τα λεφτά που κέρδιζε, εξαγόραζε μία νύχτα χωρίς αμαρτία, αγόραζε το «δικαίωμα» στο σώμα τους για να κερδίσει την ψυχή τους. Τότε η πόλη έμαθε, ότι αυτός που νομίζαν ότι είναι το «σκάνδαλο» ήταν η αγνότητα, η άδολη αγάπη, η αυταπάρνηση, ο άνθρωπος, ο λόγος του Θεού, η προσευχή και η θέωση. Γιατί ο άνθρωπος του Χριστού δεν κρίνεται στη διάρκεια της ζωής του, αλλά στο τέλος της. Γιατί ακόμη κι όταν ο ίδιος ζεί «καθώς πρέπει», πρέπει να μαρτυρήσει, πρέπει να ζήσει την μαρτυρία και το μαρτύριο. Τελικά ποιος είναι το σκάνδαλο, ο άλλος η εμείς; Μήπως εγώ είμαι αυτός που θέτω στον άλλο το προσωπείο που μου ταιριάζει να τον βλέπω; Μήπως γιατί φοβάμαι μην αποκαλυφθεί το δικό μου προσωπείο;
Και τελικά τι κάνουμε με το σκάνδαλο, ποιος το κουβαλά, ποιος θα «σώσει» το σκάνδαλο; Το ερώτημα είναι ουσιαστικό, γιατί το σκάνδαλο του άλλου έχει μια θεμελιακή λειτουργία: Γεμίζει τα δικά μας κενά, τα κενά του εγωισμού μας. Είναι εύκολο να κατηγορήσουμε, είναι εύκολο να γκρεμίσουμε, αλλά είναι δύσκολο να πούμε τον καλό λόγο, να δουλέψουμε για το κοινό καλό! Υιοθετούμε επιλογές απάνθρωπες καταρχήν για τον εαυτό μας, που οδηγούν στην κάθε μορφής κρίση, η οποία δεν είναι υπόθεση ιδεολογίας, θεωρίας η δομών, είναι πρωτίστως το αποτέλεσμα της λειτουργίας χωρίς πραγματικό σκοπό, η είσοδος σε έναν μηχανισμό κατάρρευσης και φθοράς.
Σήμερα ζούμε με μοναδική ένταση την ποιοτική απώλεια των εσωτερικών κριτήριων μιάς κοινωνίας που δεν «κοινωνεί», αλλά μόνο «επικοινωνεί» τα αδιάλειπτα κενά της. Η «πραγματική ζωή» δεν είναι η δική μας, αλλά του αλλού. Εντούτοις οφείλουμε να αναζητήσουμε την δική μας ζωή, γιατί στην τελική Κρίση το δικό μας βιβλίο, της ζωής μας, θα είναι αδειανό.
Παναγιωτόπουλος Ιωάννης (Λέκτορας στην Θεολογική Σχολή τού Πανεπιστημίου Αθηνών)

«Εσύ, μπαμπά, γιατί δεν Κοινώνησες;»

Πολλά χρόνια στην Εκκλησία. Από τότε που θυμάται τον εαυτό του. Από μικρό στα χέρια και την αγκαλιά και μετά με το σχολείο στις Κυριακές και τις γιορτές. Παπαδάκι στο Ιερό τα τελευταία χρόνια του Δημοτικού και τα πρώτα του Γυμνασίου.


Κάποιοι πρόλαβαν και την… μακαρία εκείνη εποχή που ο εκκλησιασμός ήταν υποχρεωτική εκδήλωση σχολικής δραστηριότητας! Τότε που «παίρναν» απουσίες όσοι κοιμόντουσαν ή το σκάγαν καθ’ οδόν!
Τότε που ήταν η Εκκλησία στοιχείο κοινωνικής ευπρέπειας και τάξεως! Μερικοί ακόμα τα θυμούνται με νοσταλγία! Υπήρχε… τάξη, σεβασμός, γινόταν το… σωστό, τώρα όλα… διαλύθηκαν, λένε!.
Όλα αυτά που όντως γίνονταν και λειτουργούσαν, όχι μόνο τώρα, αλλά και τότε, ήταν απαράδεκτα! Ήταν η τάξη του… Γυμνασιάρχη, όχι του Θεού! Υπήρχε σύγχυση λόγων και κινήτρων. Η διδασκαλία της πίστεως γινόταν αναγκαστική πορεία. Η ελευθερία του Χριστού (Όστις θέλει…) καταργούνταν χάριν της χρησιμοθηρικής «ωφελείας». Η Εκκλησία ήταν ένας διδακτισμός: Τι πρέπει να ξέρεις! Όχι τι πρέπει να ζήσεις..!
Η συνήθεια για κάμποσα χρόνια και για… κάμποσους, λειτούργησε. Δούλεψε ως ασυνείδητη εξάρτηση και κράτησε τα πράγματα. Βέβαια σε μια ασάφεια και απροσδιοριστία. Αυτοί που εκκλησιάζονταν συζητούσαν για το… καθήκον του εκκλησιασμού. Βρίσκονταν κάθε Κυριακή στο Ναό, αλλά δεν μπορούσαν να πουν για ποιό λόγο βρίσκονταν εκεί. Δεν είχαν δυνατότητα να «παρουσιάσουν» την… «εν ημίν ελπίδα».
Ούτε γιατί ο Χριστός είναι Θεός της ζωής τους μπορούσαν να «δικαιολογήσουν». Σ’ όλα αυτά επιπρόσθετα η δυσκολία της γλώσσας έκανε την υπόθεση… «θέατρο»! Συνήθειες (ίσως) ιερές αποκτούσαν οι άνθρωποι. Συνείδηση όμως πώς να «βλέπουν» και πώς να ακούνε τον λόγο του Χριστού, σπανίως και λίγοι! Έτσι και όλα όσα έχουν σχέση με την Εκκλησία και τον Χριστό έμπαιναν τελικά στο χώρο της ασάφειας και της θρησκοληψίας! Φόβοι, αγωνίες, θεολογική ασυναρτησία ήταν (μήπως και είναι;) τα κίνητρα της σχέσεως.
Μέσα σ’ αυτήν τη σύγχυση και το κατ’ ουσίαν Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας έχασε, περνώντας τα χρόνια, τον δυναμισμό της κοινής προσφοράς και έγινε… θέαμα και ακρόαμα ακατανόητο. Θέαμα αφού οι χριστιανοί απλώς παρακολουθούν (σαν από… κερκίδες) χωρίς συμμετοχή ουδέ στο ΑΜΗΝ, που λέει ο Απόστολος (Α’ Κόρ. 14, 16)! Άγνωστοι, εν πολλοίς, μεταξύ τους… Χάθηκε η κοινότητα και η Εκκλησία έγινε… «τεκές»… προσευχομένων (υποτίθεται). Ο παπάς έπρεπε να τα τελεί όλα τυπικώς και οπωσδήποτε να κοινωνάει αφού δεν ξέραμε… τί να κάνουμε τα ΔΩΡΑ της Ευχαριστίας που τελέσθηκε!
Κατέληξε η Θεία Ευχαριστία ακρόαμα μουσικής πανδαισίας που «κάλυψε» το κενό της ακατανόητης γλώσσας με ηχητική ανακούφιση. Έγιναν τα ψαλλόμενα ένα λειτουργικό soundtrack! Μουσική χωρίς λόγια.
Όλα αυτά έσπρωξαν τον χριστιανό στον χώρο της ατομικής ευλάβειας. Έκαναν την υπόθεση προσωπική φιλοτιμία και ανάγκη. Η κοινότητα χάθηκε, και κάτω από το βάρος της ασυντόνιστης… ευσέβειας, δημιουργήθηκαν οι… θεούσες και οι άσχετοι! Η Μετάληψη έγινε αξιομισθία προσωπικής διαθέσεως. Χάθηκε αφού έγινε εκδήλωμα για δύο-τρείς φορές το χρόνο.


Πρέπει όμως όλοι να κοινωνάμε (οι χωρίς εμπόδιο πολύ μεγάλης αμαρτίας που μάς αποκόπτει από το σώμα της Εκκλησίας) όπως σαφέστατα φαίνεται στις ίδιες τις ευχές της Λειτουργίας: «…αξίωσέ μας με το δικό σου παντοδύναμο χέρι να μεταλάβουμε το άχραντο σώμα σου και το τίμιο αίμα σου, και μέσω ημών και όλος ο λαός». Γι’ αυτό, όπως είπαμε πηγαίνουμε στο Ναό, για να ενωθούμε με τον Χριστό και τούς αδελφούς μας. Αυτά είναι και το σωστό φρόνημα και η υγιής σχέση με την Ευχαριστία.
Το “σήμερα” δυστυχώς είναι οδυνηρό. Κοινωνεί ο παπάς και τα παιδάκια! Οι υπόλοιποι… Χριστιανοί κοιτάζουν από μακριά! Άραγε τί θα πείτε στα παιδιά σας που τυχόν θα σάς ρωτήσουν:
–Εσύ μπαμπά-μαμά γιατί δεν κοινωνείς;
Ότι εσείς μεγαλώσατε; Ότι η μετάληψη αφορά μόνο τους μικρούς; Πιστεύετε στ’ αλήθεια ότι πείθετε με τέτοια… επιχειρήματα τα παιδιά; Εσείς πείθεστε;
Ας ξαναρχίσουμε μία σοβαρή σχέση με την Εκκλησία. Ας φύγουμε από τα… καθήκοντα και ας πάμε στη Ζωή που είναι ο Χριστός. Ας βάλουμε στόχο μια συνειδητή σχέση μαζί Του που αρχίζει με ειλικρινή αντιμετώπιση της πορείας και των πτώσεων κατ’ αυτήν (εξομολόγηση) και συνεχίζεται με την όσο γίνεται συχνότερη (γιατί όχι κάθε Κυριακή;) συμμετοχή μας στη Θεία Ευχαριστία.
Όχι για να κάνουμε… ενέσεις αγιωσύνης με τη μετάληψη, αλλά να σχετισθούμε μ’ Αυτόν που θα μας οδηγήσει στον δρόμο του αγιασμού και της «ταύτισης» της καρδιάς μας με το δικό Του θέλημα και την δική Του καρδιά.
Σ’ όλη την Γραφή ο Χριστός αυτό και μόνο φωνάζει: Δος μου την καρδιά σου. Σε μας μένει η απάντηση: Γεννηθήτω το θέλημά Σου. ΑΜΗΝ.
Εφημέριου Ιερού Ναού Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης, π. Θεοδοσίου

Η Εξομολόγηση της μάνας που δεν έγινε…

Μία μάνα  πήγε το παιδάκι της να εξομολοξηθεί  όταν αυτή ήταν στο δημοτικό. Σκεφτόταν, «θα το πάω τώρα, από μικρό, να το ‘χω σίγουρο ότι θα είναι προσεκτικό, ότι θα το φυλάξει ο Θεός και θα ‘ναι στο δρόμο του. Δεν υπάρχει κάτι καλύτερο που θα μπορούσα να έχω κάνει». Έτσι σκεφτόταν.
Ήταν Τετάρτη Δημοτικού το παιδί της. Έφτασαν στον ναό και λέει η μάνα στον πνευματικό «Πάτερ, σας φέρνω το παιδάκι μου μικρό, μικρό, να το βάλουμε στο δρόμο του Θεού».
Και λέει ο πνευματικός «άργησες πολύ να φέρεις το παιδί σου». Ξαφνιάστηκε η μάνα. «Πάτερ, τώρα αρχίζω και βλέπω ότι καταλαβαίνει μερικά πράγματα καλύτερα.
Όταν ήταν μικρό, δεν το έφερνα, διότι τι αμαρτίες να έχει ένα μικρό παιδί;». Και της απάντησε ο Ιερέας, «δεν εννοώ αυτό. Δεν αναφέρομαι στο παιδί. Λέγοντας πως άργησες να φέρεις το παιδί σου , εννοώ ότι έπρεπε, πρίν απ’το παιδί σου , να ‘χεις φέρει τον εαυτό σου. Και δεν αναφέρομαι στο τώρα, στα τωρινά σου χρόνια.
Που ήσουν τόσα χρόνια εσύ; Δεν σε ήξερα όταν ήσουν είκοσι χρονών. Δεν σε ήξερα όταν ήσουν δεκαπέντε. Δεν σε ήξερα όταν ήσουν εσύ Τετάρτη Δημοτικού. Εσύ, που ήσουν όταν πήγαινες Τετάρτη δημοτικού. Που ήσουν από μικρό παιδί; Το τι είναι το παιδί σου τώρα εξαρτάται από τι ήσουν εσύ τότε.
Εξαρτάται από το πώς μεγάλωσες εσύ. Έπρεπε να έρθεις εσύ από τότε πριν γεννηθεί το παιδί σου γιατί ήδη του ετοίμαζες από εκείνη την στιγμή όχι μόνο τα γονίδια που πήρε από σένα, μα τις ψυχικές υποδομές και τον χαρακτήρα του.
Διότι, από σένα δεν πήρε μόνο το χρώμα των ματιών, των μαλλιών, το ύψος, την μορφή του προσώπου, το σχήμα του κορμιού και όλο το παρουσιαστικό του. Πήρε και τον ψυχικό σου κόσμο , το εσωτερικό σου , την χάρι που σκόρπαγε η ψυχή σου. Την χάρι που είχες ή που δεν είχες. Πόσο ευθύνη έχουμε;
Από το βιβλίο «Αγάπη για πάντα» του π. Ανδρέα Κονάνου

Οι φιλότιμοι έχουν λεπτή συνείδηση και βοηθιούνται από τον Θεό



o Άγιος Παίσιος με τον Ιατρό Νικ. Λιλιόπουλο (1986-Παναγούδα)

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΦΙΛΟΤΙΜΟ
– Γέροντα, όποιος έχει φιλότιμο το καταλαβαίνει ο ίδιος;
– Εσύ έχεις; Αυτό φαίνεται, ευλογημένη!
Λίγο-πολύ καταλαβαίνει κανείς τον εαυτό του, πληροφορείται γιατί έχει εσωτερική ανάπαυση και ειρήνη. Αλλά και όποιος έχει φιλότιμο δεν καυχάται, δεν λέει: «εγώ έχω φιλότιμο», γιατί πάντα σκέφτεται: «Πρέπει να κινούμαι με περισσότερο φιλότιμο».
Ο φιλότιμος άνθρωπος έχει ειλικρίνεια, δεν υπολογίζει τον εαυτό του, είναι απλός, έχει ταπείνωση. Όλα αυτά δίνουν ανάπαυση και στον ίδιο, αλλά είναι αισθητά και στον άλλον• έχει και επικοινωνία εσωτερική με τον άλλον και τον καταλαβαίνει. Και να του λες, ενώ πονάς , «είμαι πολύ καλά», για να μη στενοχωρηθή, εκείνος καταλαβαίνει ότι πονάς και προσπαθεί να μη σε κουράση. Και άλλος, ενώ σε βλέπει να μην έχης κουράγιο, να ζαλίζεσαι, επειδή θέλει να σε απασχολήση, σου λέει: «Σε βλέπω, Γέροντα, πιο καλά από κάθε άλλη φορά, σε βλέπω υγιέστατο!». Και να έχει τουλάχιστον κανένα σοβαρό πρόβλημα, θα ήταν κάπως δικαιολογημένος.
Αντιθέτως ο φιλότιμος, και να έχη ανάγκη, λέει: «Γέροντα, μόνο την ευχή σου να μου δώσης, να μην σε απασχολώ». Τον κρατώ και βουρκώνουν τα μάτια του. «Να φύγω, Γέροντα, λέει, να φύγω, κουρασμένο σε βλέπω». Ε, αυτός πώς να μη δεχθή θεία βοήθεια;
Υπάρχουν άνθρωποι που από το φιλότιμο π[ου έχουν αμέσως καταλαβαίνουν τι βοηθάει και τι ευχαριστεί τον άλλον, με την καλή έννοια, γιατί σκέφτονται συνέχεια τον άλλον και όχι τον εαυτό τους. Μερικοί, ενώ δεν με γνωρίζουν, καταλαβαίνουν από τι έχω ανάγκη• μου στέλνουν κανένα δεματάκι και έχουν μέσα ακριβώς ό,τι μου χρειάζεται. Το δέμα τους σου δίνει να καταλάβης όλον τον εσωτερικό τους κόσμο. Βλέπεις την λεπτή τους συνείδηση να είναι απλωμένη στο κάθε πράγμα.
– Γέροντα, στο Καλύβι σας μερικές φορές καταφέρνουν και σας βλέπουν αυτοί που είναι λίγο αναιδείς και επιμένουν.
– Ναι, αλλά ανταμείβονται οι φιλότιμοι που από λεπτότητα δεν θέλουν να με ανησυχήσουν. Την άλλη φορά ήρθε εδώ να με δη ένας οικογενειάρχης. Τον είδα και χωριστά, τον είδα και με την γυναίκα του και με τα παιδιά του. Μετά από δυό-τρεις μέρες ξαναήρθε.
Εκείνη την ώρα έβλεπα κάποιον άλλον και έξω περίμενε μια κοπέλα που είχε έρθει αεροπορικώς από την Αθήνα, για να με ρωτήση για ένα θέμα που την απασχολούσε. «Μπορώ να απασχολήσω τον Γέροντα για πέντε λεπτά;», της είπε, κι εκείνη του έδωσε την σειρά της. Περίμενε μιάμιση ώρα, για να βγη ο κύριος που της ζήτησε να του δώση την σειρά της μόνο για .. πέντε λεπτά. Όταν βγήκε, είχε έρθει η ώρα να φύγη για το αεροδρόμιο, οπότε η καημένη μου είπε: «Δώσε μου την ευχή σου, Πάτερ, ήρθα από την Αθήνα, να σε συμβουλευτώ για ένα πρόβλημα που έχω, αλλά τώρα δεν προλαβαίνω• είχα πάρει άδεια από την δουλειά μου για λίγες ώρες και πρέπει να φύγω, για να μη χάσω το αεροπλάνο». Ε, πώς να την ξεχάσω αυτήν την ψυχή! Τελικά μόνο με τον αρχοντικό τρόπο βοηθιέται ο άνθρωπος από τον Θεό.
– Γέροντα, όταν ο φιλότιμος ζη με δύσκολους ανθρώπους, δεν ταλαιπωρείται;
– Σκοπός είναι να δείξη το φιλότιμό του στους ανάποδους ανθρώπους. Το Ευαγγέλιο λέει: «Ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί;».
Οι φιλότιμοι και ευαίσθητοι αδικούνται εκουσίως από τις παραχωρήσεις που κάνουν από αγάπη στους άλλους ή από την πονηρία των άλλων, αλλά ποτέ δεν περιμένουν ούτε επιδιώκουν να δικαιωθούν σ’ αυτήν την μάταιη ζωή. Σε τούτη την ζωή οι φιλότιμοι τα πληρώνουν όλα, αλλά λαμβάνουν και την βοήθεια του Θεού, και στην άλλη ζωή θα έχουν μεγάλο μισθό.
Πηγή: «Γέροντος Παϊσίου Αγιορείοτυ, Λόγοι Ε’, Πάθη και Αρετές»

15 Οκτωβρίου 2015

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

 
16/02/2017

Πρίν από αρκετά χρόνια με πλησίασε κάποιος νεαρός φοιτητής. Μέ πολλή διστακτικότητα, αλλά καί μέ τήν ένταση τού απαιτητικού αναζητητή, μού δήλωσε ότι είναι άθεος, πού όμως θά ήθελε πολύ νά πιστέψει, αλλά δέν μπορούσε.
Χρόνια προσπαθούσε καί αναζητούσε, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Συνομίλησε μέ καθηγητές καί μορφωμένους. Αλλά δέν ικανοποιήθηκε η δίψα του γιά κάτι σοβαρό.
Άκουσε γιά μένα καί αποφάσισε νά μοιρασθεί μαζί μου τήν υπαρξιακή ανάγκη του. Μού ζήτησε μία επιστημονική απόδειξη περί υπάρξεως Θεού.
Ξέρεις ολοκληρώματα ή διαφορικές εξισώσεις; τόν ρώτησα. Δυστυχώς όχι, μού άπαντα. Είμαι τής Φιλοσοφικής. Κρίμα! διότι ήξερα μία τέτοια απόδειξη, είπα εμφανώς αστειευόμενος. Ένιωσε αμήχανα καί κάπου σιώπησε γιά λίγο. Κοίταξε, τού λέω. Συγγνώμη πού σέ πείραξα λιγάκι. Αλλά ο Θεός δέν είναι εξίσωση, ούτε μαθηματική απόδειξη.
Άν ήταν κάτι τέτοιο, τότε όλοι οι μορφωμένοι θά τόν πίστευαν. Νά ξέρεις, αλλιώς προσεγγίζεται ο Θεός. Έχεις πάει ποτέ στό Άγιον Όρος; Έχεις ποτέ συναντήσει κανέναν ασκητή; Όχι, πάτερ, αλλά σκέπτομαι νά πάω, έχω ακούσει τόσα πολλά… Άν μού πείτε, μπορώ νά πάω καί αύριο. Ξέρετε κανέναν μορφωμένο νά πάω νά τόν συναντήσω;
-Τί προτιμάς; Μορφωμένο πού μπορεί νά σέ ζαλίσει, ή άγιο πού μπορεί νά σέ ξυπνήσει;
-Προτιμώ τόν μορφωμένο. Τούς φοβάμαι τούς αγίους.
-Η πίστη είναι υπόθεση τής καρδιάς. Γιά δοκίμασε μέ κανέναν άγιο. Πώς σέ λένε; ρωτώ. Γαβριήλ, μού απαντά.
Τόν έστειλα σέ έναν ασκητή. Τού περιέγραψα τόν τρόπο προσβάσεως καί τού έδωσα τίς δέουσες οδηγίες. Κάναμε κι ένα σχεδιάγραμμα. Θά πάς, τού είπα, καί θά ρωτήσεις τό ίδιο πράγμα. Είμαι άθεος, θά τού πείς, καί θέλω νά πιστεύσω.
Θέλω μία απόδειξη περί υπάρξεως Θεού. Φοβάμαι, ντρέπομαι, μού απαντά. Γιατί ντρέπεσαι καί φοβάσαι τόν άγιο καί δέν ντρέπεσαι καί φοβάσαι εμένα; ρωτώ. Πήγαινε απλά καί ζήτα τό ίδιο πράγμα.
Σέ λίγες μέρες, πήγε καί βρήκε τόν ασκητή νά συζητάει μέ κάποιον νέο στήν αυλή του. Στήν απέναντι μεριά περίμεναν άλλοι τέσσερις καθισμένοι σέ κάτι κούτσουρα. Ανάμεσα σέ αυτούς καί ο Γαβριήλ βρήκε δειλά τήν θέση του. Δέν πέρασαν περισσότερα από δέκα λεπτά καί η συνομιλία τού Γέροντα μέ τόν νεαρό τελείωσε.
Τί γίνεστε, παιδία; ρωτάει. Έχετε πάρει κανένα λουκουμάκι; Έχετε πιεί λίγο νεράκι; Ευχαριστούμε, Γέροντα, απήντησαν, μέ συμβατική κοσμική ευγένεια. Έλα εδώ, λέει απευθυνόμενος στόν Γαβριήλ, ξεχωρίζοντάς τον από τούς υπόλοιπους. Θά φέρω εγώ τό νερό, πάρε εσύ τό κουτί αυτό μέ τά λουκούμια. Καί έλα πιό κοντά νά σού πώ ένα μυστικό: Καλά νά είναι κανείς άθεος, άλλα νά έχει όνομα αγγέλου καί νά είναι άθεος; Αυτό πρώτη φορά μού συμβαίνει.
Ο φίλος μας κόντεψε νά πάθει έμφραγμα από τόν αποκαλυπτικό αιφνιδιασμό. Πού εγνώρισε τό όνομά του; Ποιός τού αποκάλυψε τό πρόβλημά του; Τί, τελικά, ήθελε νά τού πεί ο γέροντας;
– Πάτερ, μπορώ νά σάς μιλήσω λίγο; Μόλις πού μπόρεσε νά ψελλίσει. Κοίταξε, τώρα σουρουπώνει, πάρε τό λουκούμι, πιές καί λίγο νεράκι καί πήγαινε στό πιό κοντινό μοναστήρι νά διανυκτερεύσεις. Πάτερ μου, θέλω νά μιλήσουμε, δέν γίνεται; Τί νά πούμε, ρέ παλληκάρι; Γιά ποιόν λόγο ήλθες;
Στό ερώτημα αυτό ένιωσα αμέσως νά ανοίγει η αναπνοή μου, αφηγείται. Η καρδιά μου νά πλημμυρίζει από πίστη. Ο μέσα μου κόσμος νά θερμαίνεται. Οι απορίες νά λύνονται χωρίς κανένα λογικό επιχείρημα, δίχως καμία συζήτηση, χωρίς τήν ύπαρξη μιάς ξεκάθαρης απάντησης. Γκρεμίσθηκαν μέσα μου αυτομάτως όλα τά άν, τά γιατί, τά μήπως καί έμεινε μόνον τό πώς καί τό τί από δώ κι εμπρός.
Ό,τι δέν τ ού έδωσε η σκέψη τών μορφωμένων, τού τό χάρισε ο ευγενικός υπαινιγμός ενός αγίου, αποφοίτου μόλις τής τέταρτης τάξης τού δημοτικού. Οι άγιοι είναι πολύ διακριτικοί. Σού κάνουν τήν εγχείρηση χωρίς αναισθησία καί δέν πονάς.
Σού κάνουν τήν μεταμόσχευση χωρίς νά σού ανοίξουν τήν κοιλιά. Σέ ανεβάζουν σέ δυσπρόσιτες κορυφές δίχως τίς σκάλες τής κοσμικής λογικής. Σού φυτεύουν τήν πίστη στήν καρδιά, χωρίς νά σού κουράσουν τό μυαλό.
Μητροπολίτης Μεσογαίας Νικόλαος

πηγή: www.orthodoxia.online
 



"Πίστευε και μη ερεύνα". Είναι Χριστιανικό δόγμα;
Συχνά ακούμε τη φράση: "Πίστευε και μη ερεύνα". Όμως συνήθως δεν γνωρίζουμε ποιος την πρωτοείπε, και αν πράγματι είναι αυτό ένα Χριστιανικό δόγμα!
Η παραδοξότητα της φράσης
Η φράση αυτή, πράγματι είναι ένα μυστήριο. Και ο λόγος είναι ο εξής: Αυτοί που τη λένε, αν είναι Χριστιανοί, είναι άνθρωποι είτε αγράμματοι, είτε άσχετοι με τη Χριστιανική πίστη. Αν πάλι τη λέει μη Χριστιανός, (άπιστος ή Προτεστάντης), την αποδίδει στους Χριστιανούς ως μομφή σκοταδισμού. Θέλει να λέει δηλαδή, ότι οι Χριστιανοί πιστεύουν τυφλά σε όσα τους λένε, χωρίς έρευνα, και ότι αυτός είναι ο τρόπος τους. Όμως κανένας από αυτούς δεν ξέρει να μας πει, από πού προκύπτει αυτή η φράση, και αν πράγματι ποτέ οι Χριστιανοί πίστευαν σε κάτι τέτοιο!
Από την άλλη μεριά, όταν ακούμε αυτή τη φράση από Χριστιανούς που γνωρίζουν την πίστη τους, τη λένε μόνο για να μεμφθούν άλλους, ή για να αρνηθούν ότι αυτό είναι ένα Χριστιανικό δόγμα.
Είναι λοιπόν μια φράση τύπου: "ράδιο αρβύλα" που λένε και οι φαντάροι. Τη λένε πολλοί, όμως όλοι τους έχουν μεσάνυχτα για την προέλευσή της, και για την αξιοπιστία της!
Τι συμβαίνει λοιπόν; Πώς είναι δυνατόν, να είναι μια φράση Χριστιανική, αλλά οι Χριστιανοί που γνωρίζουν την πίστη τους, να την αρνούνται; Πώς είναι τότε δυνατόν, αυτοί που τη λένε, να τη θεωρούν πίστη των Χριστιανών όταν οι Χριστιανοί δεν την αναγνωρίζουν; Και πώς αυτοί που την αποδίδουν στους Χριστιανούς, δεν ξέρουν να μας πουν από πού προκύπτει; Είναι ή δεν είναι η φράση αυτή Χριστιανικό δόγμα; Γιατί κανείς δεν γνωρίζει να μας διαφωτίσει επαρκώς για την προέλευση και τη σημασία της;

Προσπάθειες αναίρεσης της φράσης
Είναι εντυπωσιακό, ότι τη φράση αυτή, προσπάθησαν να την αναιρέσουν, τόσο οι Χριστιανοί, όσο και οι Προτεστάντες, για να μεμφθούν τους Χριστιανούς, που υποτίθεται ότι την αποδέχονται. Και για την αναίρεσή της, χρησιμοποιήθηκαν οι δύο εξής τρόποι:
1. Αντιπαράθεση Αγιογραφικού εδαφίου:
Ο πρώτος αυτός τρόπος, είναι ένας τρόπος ημιμάθειας, που προκαλεί ειρωνικό μειδίαμα σε όσους γνωρίζουν. Αυτός ο τρόπος αναίρεσης, ξεκίνησε από ημιμαθείς Προτεστάντες, και πέρασε σε Χριστιανούς που δεν γνωρίζουν την πίστη τους. Έτσι ώστε σήμερα, από κοινού, Προτεστάντες και άσχετοι Χριστιανοί, να τον παπαγαλίζουν.
Προσπαθούν λοιπόν να πουν ότι αυτή η ρήση δεν είναι Χριστιανική, χρησιμοποιώντας το εδάφιο της Αγίας Γραφής που βρίσκεται στο Ιωάννης 5/ε: 39. Συνήθως δεν ξέρουν ούτε καν πού βρίσκεται, και λένε μόνο: "Η Αγία Γραφή λέει: "Ερευνάτε τας γραφάς", άρα πρέπει να ερευνάμε, και το "πίστευε και μη ερεύνα είναι αντιχριστιανική ρήση".
Πράγματι, στο εδάφιο εκείνο, λέει αυτή τη φράση. Όμως δεν λέει μόνο αυτή! Ολόκληρο το εδάφιο είναι το εξής, μαζί με το επόμενο εδάφιο, το 40: "39 ερευνάτε τας γραφάς, ότι υμείς δοκείτε εν αυταίς ζωήν αιώνιον έχειν· και εκείναί εισιν αι μαρτυρούσαι περί εμού· 40 και ου θέλετε ελθείν προς με ίνα ζωήν έχητε". Με απλά λόγια, στο εδάφιο αυτό, λέει ο Χριστός: "Ερευνάτε τις γραφές, επειδή θεωρείτε ότι έτσι θα βρείτε ζωή, και (πράγματι), αυτές είναι που μαρτυρούν για Εμένα. Αλλά δεν θέλετε να έρθετε προς Εμένα, για να έχετε ζωή".
Όπως παρατηρείτε, το εδάφιο δεν έχει καμία σχέση με τη χρήση που κάνουν οι ημιμαθείς εκείνοι, που το χρησιμοποιούν εναντίον του: "Πίστευε και μη ερεύνα". Γιατί αν και πράγματι υπάρχει στο εδάφιο η φράση: "ερευνάτε τας γραφάς", δεν είναι μόνη της. Οι ημιμαθείς χρησιμοποιούν τη φράση ξεκομμένη, και όταν τη χρησιμοποιούν έτσι, φαίνεται ως Προστακτική. Σαν να προστάζει δηλαδή ο Χριστός, να "ερευνάμε τις γραφές". Όμως ο Χριστός, δεν χρησιμοποιεί εκεί προστακτική.
Η φράση "ερευνάτε τας γραφάς", είναι μέρος μιας ευρύτερης πρότασης, όπου ο Χριστός λέει ότι καλή είναι μεν η έρευνα των Γραφών, αλλά για να βρει κάποιος ζωή, πρέπει να πιστέψει και να ΠΑΕΙ στον Χριστό, ο οποίος μαρτυρείται προφητικά από τις γραφές.
Ο Χριστός εδώ λοιπόν, ούτε αρνείται την έρευνα των γραφών, αλλά ούτε την προστάζει. Μάλιστα λέει ότι δεν είναι το σημαντικότερο πράγμα για τη σωτηρία, μάλιστα είναι και ανεπαρκής από μόνη της! Και αυτό σημαίνει, ότι ΚΑΚΩΣ χρησιμοποιούν κάποιοι αυτό το εδάφιο, ενάντια στο "Πίστευε και μη Ερεύνα".
2. Πονηριά με τα σημεία στίξης
Ο δεύτερος τρόπος που χρησιμοποιείται για την αναίρεση του: "Πίστευε και μη ερεύνα", είναι διπλά πονηρός.
Κάποιοι, όταν ακούνε αυτή τη φράση με την οποία φυσικά δεν συμφωνούν, σκέφτοναι πονηρά: "Λες να υπάρχει πράγματι αυτή η φράση στην Ορθόδοξη γραμματεία, και να διαψευσθώ αν την αρνηθώ;" Προτιμούν λοιπόν, αντί να την αρνηθούν, να την ΑΛΛΟΙΩΣΟΥΝ και να αντιστρέψουν το νόημά της. Λένε λοιπόν σε όσους τους κατηγορούν για το: "Πίστευε, και μη Ερεύνα":
"-Βάζετε λάθος το κόμμα στη φράση. Το κόμμα πάει στο "μη", και όχι στο "πίστευε". Η φράση είναι: "Πίστευε και μη, ερεύνα". Δηλαδή: "Είτε πιστεύεις, είτε όχι, να ερευνάς". Έτσι και τη φράση κρατάνε, και αντιστρέφουν το νόημά της, νιώθοντας ασφαλείς! Αν όμως κάποιος τους ρωτήσει: "Πού το βρήκατε αυτό γραμμένο με το κόμμα έτσι;", φυσικά δεν ξέρουν να του απαντήσουν. Γιατί είναι και αυτή μια εντελώς αυθαίρετη θέση.
Πιστεύουμε ότι θα συμφωνείτε μαζί μας, ότι το θέμα έχει "σασπένς"! Είναι πολύ ενδιαφέρον, το τι συμβαίνει γύρω από μια φράση, την οποία ΟΥΔΕΙΣ γνωρίζει από πού προκύπτει, αλλά τόσοι πολλοί τη χρησιμοποιούν, ή αγωνίζονται με  αλλοιώσεις να την αναιρέσουν!
Όμως μην απελπίζεστε. Υπάρχει σαφέστατη λύση, και θα τη δούμε στη συνέχεια.

Αποδέχεται η Ορθόδοξη Εκκλησία την έρευνα της πίστης;
Ως "Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας", αντιλαμβάνεστε ότι αυτό είναι ένα ερώτημα που μας αφορά άμεσα. Γιατί αν ίσχυε το: "Πίστευε και μη Ερεύνα", πώς θα ήταν δυνατόν εμείς να ερευνούμε το Χριστιανικό δόγμα, και να είμαστε Ορθόδοξοι Χριστιανοί; Και όσο κι αν προκαλεί γέλιο, αυτό είναι ένα ερώτημα, που μας έχει τεθεί πολλές φορές στα χρόνια της ιστοσελίδας μας, από άσχετους ανθρώπους, που έχουν δέσει στο μυαλό τους το: "Πίστευε και μη ερεύνα", ως σίγουρο Χριστιανικό δόγμα. Είναι ευκαιρία λοιπόν, να απαντήσουμε με το άρθρο αυτό και σε όλους αυτούς.
Ας δούμε παραδείγματα που καλούν σε έρευνα, από την Ορθόδοξη υμνογραφία:
Η Ανάσταση του Χριστού, είναι το κεντρικό Χριστιανικό δόγμα. Αν λοιπόν η Εκκλησία μας επιτρέπει, και μάλιστα μας ΠΡΟΤΡΕΠΕΙ να ερευνήσουμε την ίδια την Ανάσταση του Χριστού, πόσο μάλλον όλα τα άλλα! Δείτε τι λέει ένα τροπάριο της Κυριακής του Θωμά:
Χαίρεις ερευνώμενος!
Διό, Φιλάνθρωπε,
Προς τούτο προτρέπεις τον Θωμάν.
Όχι μόνο ο Χριστός δεν είπε στον ("άπιστο") Θωμά "πίστευε και μη ερεύνα", αλλά τον προέτρεψε να ελέγξει με τα ίδια του τα χέρια τις τρύπες από τα καρφιά Του!
Αυτά τα απλά, αποτελούν απόδειξη, πως η Ορθοδοξία ΠΡΟΤΡΕΠΕΙ να ερευνήσουμε... Είναι πολύ ενδιαφέρουσα επ' αυτού η υμνολογία της Κυριακής του Θωμά από το Πεντηκοστάριο. Η υμνολογία της ημέρας είναι εκπληκτική! Ρίξτε αν θέλετε μια ματιά στην εξής ιστοσελίδα: http://www.tcgalaska.com/glt/

Προσέξτε ότι οι Πατέρες λένε ότι ο Θωμάς απουσίασε "οικονομικώς" στην πρώτη εμφάνιση του Κυρίου (δηλαδή κατ' οικονομίαν!) έτσι ώστε να αποδειχθεί η Ανάσταση και με έρευνα.

1ο
Των Μαθητών δισταζόντων,
τη ογδόη ημέρα, επέστη ο Σωτήρ, ού ήσαν συνηγμένοι,
και την ειρήνην δους τω Θωμά εβόησε:
Δεύρο Απόστολε, ψηλάφησον παλάμας, αις τους ήλους έπηξαν.
Ω καλή απιστία τού Θωμά!
των πιστών τας καρδίας εις επίγνωσιν ήξε,
και μετά φόβου εβόησεν:
Ο Κύριός μου και ο Θεός μου, δόξα σοι.


2ο
Των θυρών κεκλεισμένων, επέστης Χριστέ προς τους Μαθητάς,
Τότε ο Θωμάς, οικονομικώς ουχ ευρέθη μετ' αυτών,
έλεγε γάρ, ου μη πιστεύσω, εάν μη ίδω καγώ τον Δεσπότην,
ίδω την πλευράν, όθεν εξήλθε το αίμα, το ύδωρ, το βάπτισμα,
ίδω την πληγήν, εξ ης ιάθη το μέγα τραύμα ο άνθρωπος,
ίδω, πώς ουκ ην, ως πνεύμα, αλλά σάρξ και οστέα.
Ο τον θάνατον πατήσας, και Θωμάν πληροφορήσας,
Κύριε, δόξα σοι.
Πιστεύουμε ότι τα παραπάνω είναι επαρκή, για να δείξουν ότι η Χριστιανική πίστη είναι πίστη ΕΡΕΥΝΑΣ και τεκμηρίωσης και όχι ευπιστίας.[1]

Η προέλευση του "πίστευε και μη ερεύνα".
Η ιδεολογία αυτή, της "πίστης χωρίς έρευνα", με άλλα λόγια φυσικά, ανάγεται στην αρχαιότητα. Ανιχνεύσαμε τις καταβολές της, από τη φιλοσοφία του Πλάτωνα. Ίσως είναι και αρχαιότερη, και απλώς ο Πλάτωνας την επανέλαβε.
Ο Πλάτωνας μέσα στο θεολογικό του πνεύμα ουδέποτε χρησιμοποίησε αλληγορική ερμηνεία των μύθων ή την κριτική τους, αλλά ανάφερε πάντοτε με σεβασμό τους "θεούς" (Φίληβ. 12, c) «το δ΄ εμόν δέος αεί προς τα των θεών ονόματα ουκ έστι κατ΄ άνθρωπον αλλά πέρα του μεγίστου φόβου». Αυτά ήταν επιδράσεις της ευσεβούς του καταγωγής την οποία παρέλαβε κατά τα παιδικά του χρόνια. Η καρδιά του είχε νικήσει και σ’ αυτόν τις αμφιβολίες του πνεύματος, και στον Τίμαιο (40, d) αναγνωρίζει την παραδιδόμενη Ομηρική και Ησιόδεια γένεση και την σειρά τους:
«καίπερ άνευ τε εικότων και αναγκαίων αποδείξεων»
 Αυτή η φράση, είναι: "πίστευε και μη ερεύνα", με άλλα λόγια. Δεν χρειάζονται αποδείξεις δηλαδή για να δεχθεί την πίστη αυτή.
Φυσικά το "πίστευε και μη ερεύνα" υπήρχε σε κάθε περίοδο και σε κάθε περιοχή της ανθρώπινης ιστορίας, (με γνωστότερο τον Παπικό μεσαίωνα), ως πρακτική αυτών που δεν είχαν επιχειρήματα, για να στηρίξουν τις απόψεις τους. Όμως μια τέτοια αναζήτηση δεν είναι του παρόντος άρθρου.[2]

Το Χριστιανικό: "Πίστευε και μη ερεύνα"
Παρ' όλα αυτά που ήδη είπαμε, τι θα λέγατε, αν σας διαβεβαιώναμε, ότι εν τέλει, το: "πίστευε και μη ερεύνα", είναι πραγματικά Χριστιανική ρήση; Απίστευτο; Ας το ΕΡΕΥΝΗΣΟΥΜΕ!
Γράφει ο Αθανάσιος Θεολόγος:
"...ΑΛΛΑ ΠΙΣΤΕΥΕ ΕΙΣ ΠΑΤΕΡΑ, ΜΗ ΕΡΕΥΝΗΣΕΙΣ ΔΕ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑ
ΠΡΟΣΚΥΝΕΙ ΤΟΝ ΥΙΟΝ, ΜΗ ΠΟΛΥΠΡΑΓΜΟΝΩΝ ΤΗΝ ΑΥΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ
ΑΝΥΜΝΕΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟ ΑΓΙΟΝ, ΜΗ ΕΚΖΗΤΩΝ ΤΟ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ..."
(Αθανάσιος Θεολόγος,
Quaestiones ad Antiochum Vol 28 page 600 line 27 - 31.)
Το "πίστευε και μη ερεύνα" λοιπόν, δεν είναι έτσι σκέτο στη Χριστιανική του μορφή. Έχει συγκεκριμένη εφαρμογή. Το Χριστιανικό "πίστευε και μη ερεύνα", ισχύει ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΘΕΜΑΤΑ ΑΚΤΙΣΤΟΥ. Δηλαδή ισχύει μόνο για το: "ΠΩΣ" της Αγίας Τριάδος. Για τίποτα άλλο!
Και ο λόγος είναι ότι αυτά τα ζητήματα είναι καταστάσεις εκτός χρόνου, έξω από την εμπειρία μας, και είναι ασύλληπτα. Και γίνονται κατανοητά, μόνο για όσους ΤΑ ΒΙΩΣΟΥΝ όταν ενώνονται με τον Θεό και καθίστανται άχρονοι, συνεπώς ΘΕΟΛΟΓΟΙ. Οι άλλοι δεν είναι δυνατόν να τα κατανοήσουν, όπως ο εκ γενετής τυφλός δεν κατανοεί το κόκκινο χρώμα, όσο κι αν του το εξηγήσεις. Αν ο τυφλός σου ζητάει επίμονα: "Πες μου ΠΩΣ είναι το κόκκινο χρώμα", θα του εξηγήσεις μεν ΤΙ είναι, αλλά πάλι δεν θα το εννοήσει εμπειρικά. Και στο τέλος θα του πεις: "μη το ψάχνεις". Έτσι και για την Αγία Τριάδα. Μπορούμε να κατανοήσουμε με την έρευνα το "Τι" είναι, και "Ποιος" είναι ο Θεός. Αλλά ποτέ δεν θα μπορέσουμε να καταλάβουμε το "Πως".
Μόνο λοιπόν ΣΤΟ "ΠΩΣ" ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ έχει εφαρμογή η "μη έρευνα". Να καταλαβαίνουμε τι λέμε. Το "τι" και το "ποιος", ακόμα και στην Αγία Τριάδα είναι ερευνήσιμο, και μάλιστα καλούμαστε να το ερευνάμε.

Συμπέρασμα:
Οι Χριστιανοί είναι ΕΡΕΥΝΗΤΕΣ. Πιστεύουν με βάση αποδείξεις. Ο Θεός χαίρει ερευνώμενος. Και μας προτρέπει, να ερευνήσουμε όχι μόνο τα της πίστεως, αλλά και Αυτόν τον  Ίδιο! Αλλά επειδή είμαστε κτιστά όντα, η δυνατότητα κατανόησής μας, φτάνει μόνο στο ΤΙ, και στο ΠΟΙΟΣ. Ποτέ δεν θα μπορέσουμε να εννοήσουμε το "ΠΩΣ", δηλαδή την Άκτιστη Θεία Ουσία. Επειδή είναι άχρονη και άπειρη. Όπως ένας εκ γενετής τυφλός δεν μπορεί να καταλάβει τι είναι τα χρώματα. Αυτά είναι πράγματα που τα κατανοείς μόνο εξ' εμπειρίας.
Όσοι λοιπόν νομίζουν ότι οι Χριστιανοί είναι ευκολόπιστοι και δεν ερευνούν την πίστη τους, κάνουν λάθος. Και όσοι νομίζουν ότι το "πίστευε και μη ερεύνα" έχει γενική εφαρμογή, πάλι κάνουν λάθος. Και όσοι νομίζουν ότι μπορούν με την έρευνα να "εξετάσουν" την ουσία του Θεού, πάλι λανθάνουν.
Σας προτρέπουμε λοιπόν, να συνεχίσετε να ερευνάτε εντατικά όπως εμείς, το "ΤΙ" και το "ΠΟΙΟΣ" της πίστεως. Για να μπορέσουμε όλοι μας κάποτε, εξ εμπειρίας, βιώσουμε τη Θεία Ζωή.